Χρήσεις-Φράσεις Ανάπτυξη
φασαίος [faséos], ο, θηλ. φασαία [faséa] (ΖIII2.2) (ουσ.).
<αργκ., συνήθ. μειωτ.>
Αυτός που συμμετέχει σε μια δραστηριότητα, μια υποκουλτούρα, μια (κυρίως εναλλακτική) κοινωνική ομάδα κτλ. για τη διασκέδαση, την προσωπική του προβολή ή την κοινωνική συναναστροφή χωρίς να εμβαθύνει σε αυτήν, χωρίς να έχει αυθεντικό ενδιαφέρον για την ουσία της
(πρβ. ποζεράς)[ΕΤΥΜ^ < φάσ(η) + -αίος/-αία].











