Χρήσεις-Φράσεις Ανάπτυξη
μαγνητοαντίληψη 
[maɣnítoa(n)dílipsi], η (ουσ. ΟοI3.1).
Ικανότητα ορισμένων οργανισμών να αντιλαμβάνονται το μαγνητικό πεδίο της Γης ως αισθητηριακό ερέθισμα· έχει εντοπιστεί σε διάφορα ζώα, π.χ. πουλιά (κυρίως αποδημητικά), ψάρια, έντομα (π.χ. μέλισσες), θηλαστικά (π.χ. σκύλους), θαλάσσιες χελώνες, σαύρες κτλ. και χρησιμοποιείται συχνά για τον προσανατολισμό ή και τη μετανάστευση των ζώων αυτών· σε νευρολογικές έρευνες έχει εντοπιστεί ότι ο ανθρώπινος εγκέφαλος διαθέτει σε κάποιον βαθμό την παραπάνω ικανότητα, ωστόσο τα ερεθίσματα που προέρχονται από αυτή δε γίνονται γενικά αντιληπτά στην ανθρώπινη συνείδηση
[ΕΤΥΜ^ απόδ. αγγλ. magnetoreception].









