Χρήσεις-Φράσεις Ανάπτυξη
στίλπαν [stílpan] και στιλπάν [stilpán], το (ουσ. ΟοXI).
{μουσ.}
{μουσ.}
Κρουστό ιδιόφωνο φτιαγμένο εξ ολοκλήρου από μέταλλο· έχει σχήμα πλατιού κυλίνδρου με ανοιχτή κάτω βάση· η άνω βάση του είναι μεταλλική και βυθισμένη κωνικά προς το εσωτερικό του· η κωνική αυτή επιφάνεια χωρίζεται σε επιμέρους ηχητικές περιοχές οι οποίες παράγουν νότες διαφορετικού τονικού ύψους όταν κρούονται με δύο μπαγκέτες· εφευρέθηκε στο νησί Τρίνινταντ της Καραϊβικής την περίοδο του Β΄ Παγκοσμίου από κοινότητες με αφρικανικές ρίζες και κατασκευάζεται παραδοσιακά με κοπή και σφυρηλάτηση χαλύβδινων βυτίων/ βαρελιών
[ΕΤΥΜ^ < αγγλ. steelpan < steel ‘χάλυβας’ + pan ‘ταψί’].












