Advanced Search
Search Condition
Field Contains Operations
Search by Letter
Αλφάβητο
Letters
Λατινικό Αλφάβητο
Αναζήτηση
Περιορισμοί
Χρήσεις-Φράσεις Ανάπτυξη

διακομιδή [ðiakomiðí], η (ουσ. ΟθII1).
<λόγ.>

Η μεταφορά με όχημα, μεταφορικό μέσο, κυρίως αρρώστων, τραυματιών κτλ. σε νοσηλευτικό ίδρυμα ή και γενικότερα η μεταφορά σε κπν τόπο

(ΣΥΝ διακόμιση)
Χρήσεις
Έγινε σήμερα η διακομιδή των θυμάτων του αεροπορικού δυστυχήματος στις ιδιαίτερες πατρίδες τους
Ο γιατρός διέταξε την άμεση διακομιδή του ασθενούς σε νοσοκομείο με μονάδα εντατικής θεραπείας
Σήμερα έγινε η διακομιδή της σορού της στην ιδιαίτερη πατρίδα της και αύριο θα γίνει η κηδεία της

[ΕΤΥΜ^ < αρχ. διακομιδή ‘μεταφορά’].