Χρήσεις-Φράσεις Ανάπτυξη
κολιός [koʎós], ο (ουσ. ΟαIV1.1).
1)
{ζωολ.}Παράκτιο πελαγικό είδος ψαριού το οποίο συγγενεύει με το σκουμπρί, με το οποίο μοιάζει πολύ, αλλά διαφέρει ως προς τον αριθμό των σκληρών ακτίνων του πρώτου ραχιαίου πτερυγίου και ως προς το ότι έχει μεγαλύτερα μάτια· ζει στον Ατλαντικό Ωκεανό και στη Μεσόγειο Θάλασσα και αλιεύεται για το κρέας του, που είναι νοστιμότερο από τον Αύγουστο έως τον Σεπτέμβριο
. ||| Είδος Scomber colias (σκόμβρος ο κολίας), οικογένεια Scombridae (σκομβρίδες) ΠΑΡΟΙΜ
Κάθε πράγμα στον καιρό του κι ο κολιός τον Αύγουστο= βλ. πράγμα.2)
{μαγειρ., τεχνολ.τροφ.}Φαγητό ή παρασκεύασμα το οποίο περιέχει το παραπάνω ψάρι
κολιός στο φούρνο | κολιός τηγανητός | κολιός παστός | κολιός κονσέρβα
[ΕΤΥΜ^ < αρχ. κολί(ας) + -ος με μεταπλασμό κατά τα αρσ. σε -ός με ημιφωνοποίηση (συνίζηση)].












