Χρήσεις-Φράσεις Ανάπτυξη
σχίνος [sçínos] (ΟθIV2) και σκίνος [scínos] (ΟθIV2) , η και σχίνος [sçínos] (ΟαIV2.1) και σκίνος [scínos] (ΟαIV2.1) , ο και <προφ.> σχίνο [sçíno] (ΟοI2.1) και <προφ.> σκίνο [scíno] (ΟοI2.1) , το (ουσ.).
{βοτ.}
{βοτ.}
1)
(οι αρσ. και ουδ. τύποι είναι καταχρ. σε αυτή τη σημασία)Γένος αειθαλλών φυτών που περιλαμβάνει θάμνους και μικρά δέντρα ιθαγενή της Ν. Αμερικής· κάποια είδη αυτής της ομάδας καλλιεργούνται και στην Ελλάδα (π.χ. το είδος Schinus molle) κυρίως για καλλωπιστικούς σκοπούς
. ||| Γένος Schinus, οικογένεια Anacardiaceae2)
Το μαστιχόδεντρο (βλ. λ.)
[ΕΤΥΜ^ σχίνος < αρχ. (θηλ.) σχῖνος 'μαστιχόδεντρο' (το αρσ. σχηματίστηκε κατ' επίδραση του αρχ. σχοῖνος)^ Το σκίνος < σχίνος με τριβοποίηση κατ’ ανομοίωση (sk > sx)^ Το σχίνο < σχίνος με μεταπλασμό κατά τα ουδ. σε -ο^ Το σκίνο < σκίνος με μεταπλασμό κατά τα ουδ. σε -ο].












