Advanced Search
Search Condition
Field Contains Operations
Search by Letter
Αλφάβητο
Letters
Λατινικό Αλφάβητο
Αναζήτηση
Περιορισμοί
Χρήσεις-Φράσεις Ανάπτυξη

υφαντός [ifa(n)dós] και <λαϊκ.> φαντός [fa(n)dós], -ή, -ό (επ. (Εκαλός) ).

1)

(για χαλί, ένδυμα, ύφασμα κτλ.)

Κατασκευασμένος στον αργαλειό ή γενικότ. με νήματα που διασταυρώνονται κάθετα μεταξύ τους

Χρήσεις
υφαντά χαλιά/ κιλίμια | υφαντό κέντημα/ ύφασμα | υφαντές κουρτίνες | υφαντή ποδιά |
Η νύφη φορούσε την παραδοσιακή υφαντή φορεσιά του χωριού της

2)

το υφαντό και <λαϊκ.> φαντό (ως ουσ. Οβουνό)

Ύφασμα (ρούχο, κλινοσκέπασμα, κουρτίνα, χαλί κτλ.) στο οποίο τα νήματα διασταυρώνονται κάθετα μεταξύ τους

Χρήσεις
Το λαογραφικό μουσείο φιλοξενεί μία μεγάλη συλλογή παραδοσιακών υφαντών
Οι γυναίκες του χωριού υφαίνουν στον αργαλειό υφαντά με παραδοσιακά μοτίβα
Η γιαγιά της έχει πολλά χειροποίητα υφαντά

[ΕΤΥΜ^ υφαντός < αρχ. ὑφαντός^ Το φαντός < υφαντός με αφαίρεση του αρχικού άτονου i-
pdf_πλεκτό_υφαντό
].