Advanced Search
Search Condition
Field Contains Operations
Search by Letter
Αλφάβητο
Letters
Λατινικό Αλφάβητο
Αναζήτηση
Περιορισμοί
Χρήσεις-Φράσεις Ανάπτυξη

αχειροποίητος [açiropíitos], και <λόγ.> -ος, -ο (επ. (Εδιάδικος) ).

1)

(συνήθ. για θρησκευτική εικόνα)

Που δεν έχει κατασκευαστεί από χέρι ανθρώπου αλλά δημιουργείται με θαυματουργό τρόπο

(ΑΝΤ χειροποίητος)

2)

η (Παναγία) Αχειροποίητος

Παλαιοχριστιανικός ναός που βρίσκεται στη Θεσσαλονίκη και οφείλει την ονομασία του σε λατρευτική εικόνα της Θεοτόκου η οποία, σύμφωνα με την παράδοση, είχε δημιουργηθεί με θαυματουργό τρόπο.


–επίρρ. <λόγ.> αχειροποιήτως.
[ΕΤΥΜ^ < ελνστ. ἀχειροποίητος < ἀ- (στερ.) + χειροποιη- (εκτεταμένο θ. του ρ. χειροποιοῦμαι) + -τός με αναβιβασμό τόνου λόγω στερητικού· η σημ. 2 είναι μσν.].