Σύνθετη Αναζήτηση
Συνθήκη Αναζήτησης
Πεδίο Περιέχει Operations
Search by Letter
Αλφάβητο
Ελληνικό Αλφάβητο
Λατινικό Αλφάβητο
Αναζήτηση
Περιορισμοί
Χρήσεις-Φράσεις Ανάπτυξη

χολερικός [xolerikós], -ή, -ό (επ. (ΕI1.1) ).

1)

Που είναι σχετικός με τη χολέρα

Χρήσεις
χολερικά συμπτώματα

2)

α.

Που έχει προσβληθεί από χολέρα

(ΣΥΝ χολεριασμένος, χολερόβλητος)
Χρήσεις
χολερικός ασθενής

β.

ο χολερικός, θηλ. χολερική (ως ουσ.)

Αυτός που έχει προσβληθεί από χολέρα

3)

{ψυχολ.} χολερικός τύπος & χολερική κράση

Σύμφωνα με τον Γαληνό, Έλληνα γιατρό του 2ου αι. μ.Χ., τύπος ανθρώπου που είναι ευέξαπτος, απαισιόδοξος, ανυπόμονος ή και βίαιος· η ταξινόμηση αυτή του Γαληνού στηρίχτηκε στη θεωρία του Ιπποκράτη για τους τέσσερις χυμούς του ανθρώπινου σώματος: αίμα, φλέγμα, ξανθή χολή, μέλαινα χολή

(πρβ. αιματώδης, μελαγχολικός, φλεγματικός)

4)

α.

(για λόγο)

Που φανερώνει κακία, πικρία κτλ., που είναι φαρμακερός

(ΣΥΝ δηκτικός, πικρόχολος)
Χρήσεις
χολερική κριτική | χολερικό χιούμορ | χολερικοί υπαινιγμοί

β.

(για πρόσωπο)

Που εκφράζεται με λόγια γεμάτα κακία, πικρία κτλ.

(ΣΥΝ πικρόχολος)
[ΕΤΥΜ^ Στις σημ. 1, 4 < αρχ. χολερικός < χολερ- (θ. του ουσ. χολέρα) + -ικός· η σημ. 2 είναι σημασ. αντιδ. από το γαλλ. cholérique· η σημ. 3 είναι σημασ. αντιδ. από το αγγλ. choleric^ Το ουσ. χολερικός < επ. χολερικός με ουσιαστικοποίηση μέσω μετατροπής].