Χρήσεις-Φράσεις Ανάπτυξη
μανόσφαιρα [manόsfera], η (ουσ. ΟθI3.1).
1)
Το σύνολο διαδικτυακών ιστοτόπων και διαδικτυακού περιεχομένου (διάφορα μπλογκ, πόντκαστ, βίντεο κτλ.) που παρουσιάζει τους άνδρες ως θύματα μιας φεμινιστικής κοινωνίας και προβάλλει ένα συγκεκριμένο πρότυπο αρρενωπότητας, υποστηρίζοντας συχνά μισογυνικές ιδέες και συμπεριφορές· το πρότυπο αρρενωπότητας που προβάλλει είναι εκείνο του άνδρα με καλή φυσική κατάσταση, υλικό πλούτο, φήμη και κυριαρχία· συχνά ομαλοποιεί τη βία κατά των γυναικών και προάγει ομοφοβικές και γενικότ. ρατσιστικές αντιλήψεις
(ΣΥΝ ανδρόσφαιρα)2)
(συνεκδ.)Το σύνολο των ατόμων που παράγουν ή επικροτούν το παραπάνω σύνολο διαδικτυακού περιεχομένου
(ΣΥΝ ανδρόσφαιρα)Η μανόσφαιρα στράφηκε εναντίον του Προέδρου των Η.Π.Α.
[ΕΤΥΜ^ < αγγλ. manosphere < man ‘άνδρας’ + (blog)osphere].














