Χρήσεις-Φράσεις Ανάπτυξη
οβελίας 
[ovelías], ο (ουσ. Ααστερίας).
<λόγ.>
<λόγ.>
Αρνί που πρόκειται να ψηθεί ή έχει ψηθεί στη σούβλα που στήνεται κυρίως την ημέρα του Πάσχα
πασχαλινός οβελίας |
Μετά τη νηστεία του Πάσχα, ο οβελίας ψημένος στη σούβλα ήταν ό,τι έπρεπε!
[ΕΤΥΜ^ < αρχ. ὀβελίας].








