Σύνθετη Αναζήτηση
Συνθήκη Αναζήτησης
Πεδίο Περιέχει Operations
Search by Letter
Αλφάβητο
Ελληνικό Αλφάβητο
Λατινικό Αλφάβητο
Αναζήτηση
Περιορισμοί
Χρήσεις-Φράσεις Ανάπτυξη

οβελίας [ovelías], ο (ουσ. Ααστερίας).
<λόγ.>

Αρνί που πρόκειται να ψηθεί ή έχει ψηθεί στη σούβλα που στήνεται κυρίως την ημέρα του Πάσχα

Χρήσεις
πασχαλινός οβελίας |
Μετά τη νηστεία του Πάσχα, ο οβελίας ψημένος στη σούβλα ήταν ό,τι έπρεπε!

[ΕΤΥΜ^ < αρχ. ὀβελίας].