Σύνθετη Αναζήτηση
Συνθήκη Αναζήτησης
Πεδίο Περιέχει Operations
Search by Letter
Αλφάβητο
Ελληνικό Αλφάβητο
Λατινικό Αλφάβητο
Αναζήτηση
Περιορισμοί
Χρήσεις-Φράσεις Ανάπτυξη

πλαστογράφηση [plastoɣráfisi] και <κθρ.> πλαστογράφησις [plastoɣráfisis], η (ουσ. ΟθII3.2).

1)

{νομ.} (ως ποινικό αδίκημα)

Η δημιουργία πλαστού εγγράφου ή διακριτικού με σκοπό την παραπλάνηση· η δημιουργία πλαστού εγγράφου πραγματοποιείται είτε μέσω της κατάρτισης από την αρχή ενός εγγράφου με απομίμηση διακριτικών στοιχείων (π.χ. υπογραφής, σφραγίδας, υδατογραφήματος, γραφικού χαρακτήρα προσώπου κτλ.) είτε μέσω της χρήσης αυθεντικών διακριτικών τρίτου προσώπου, χωρίς όμως εξουσιοδότηση ή συναίνεση για τη χρήση των διακριτικών αυτών πάνω σε έγγραφο με συγκεκριμένο περιεχόμενο, είτε μέσω της νόθευσης (προσθήκης, αλλαγής, διαγραφής) πληροφοριών σε υπάρχον έγγραφο με αυθεντικά διακριτικά (στην τελευταία αυτή περίπτωση το νοθευμένο έγγραφο θεωρείται νομικά ως ένα νέο πλαστό έγγραφο, διαφορετικό από το αρχικό)· η πλαστογράφηση δεν αφορά μόνο επίσημα κείμενα ή ψηφιακά αρχεία (π.χ. ένα πτυχίο, μια σύμβαση, έναν ισολογισμό κτλ.), αλλά και διακριτικά αυθεντικότητας που φέρουν πάνω τους πνευματικά/ καλλιτεχνικά έργα (π.χ. την απομίμηση υπογραφής ενός καλλιτέχνη πάνω σε έναν μη αυθεντικό πίνακα ζωγραφικής ή την απομίμηση του υδατογραφήματος πάνω σε ένα πειρατικό σιντί)· τιμωρείται είτε ως πλημμέλημα είτε ως κακούργημα, ανάλογα με το αν βλάπτει τρίτο πρόσωπο

(πρβ. παραχάραξη) (ΣΥΝ πλαστογραφία)
Χρήσεις
(σχετικά με διακριτικά) πλαστογράφηση του ονόματος κάποιου |
Απαλλάχθηκε από τις κατηγορίες για πλαστογραφήσεις υπογραφών κάποιων βουλευτών
Αυξάνονται τα κρούσματα πλαστογράφησης των σφραγίδων των αρμόδιων υπηρεσιών, η οποία έχει στόχο την πώληση εισαγόμενων κρεάτων ως ελληνικών

(σχετικά με έγγραφα) πλαστογράφηση ταυτότητας/ άδειας οδήγησης | πλαστογραφήσεις εγγράφων/ πιστοποιητικών/ ιατρικών συνταγών και παραπεμπτικών/ επιταγών/ εισιτηρίων |
Συνελήφθησαν δύο άτομα για συμμετοχή σε κύκλωμα πλαστογράφησης διαβατηρίων

(κατ’ επέκτ.) (σχετικά με έργα τέχνης)
Καταδικάστηκαν για πλαστογράφηση 14 έργων τέχνης, γλυπτών και πινάκων
(= για χρήση υπογραφών άλλων καλλιτεχνών πάνω σε αντίγραφα έργων ή πάνω σε πρωτότυπα έργα των πλαστογράφων, ώστε να αποκτήσουν μεγαλύτερη αξία)

2)

(μτφ.)

Η διαστρέβλωση, η εσκεμμένη παραποίηση των πραγματικών γεγονότων, της αλήθειας

(ΣΥΝ αλλοίωση, παραχάραξη, πλαστογραφία)
Χρήσεις
πλαστογράφηση της ιστορικής αλήθειας/ των γεγονότων |
Η ιστορία της συγκεκριμένης εποχής, λόγω της έλλειψης πηγών και μαρτυριών, είναι ευάλωτη σε πλαστογραφήσεις

[ΕΤΥΜ^ < πλαστογραφώ + -ση].