1)
{νομ.} (ως ποινικό αδίκημα)Η δημιουργία πλαστού εγγράφου ή διακριτικού με σκοπό την παραπλάνηση· η δημιουργία πλαστού εγγράφου πραγματοποιείται είτε μέσω της κατάρτισης από την αρχή ενός εγγράφου με απομίμηση διακριτικών στοιχείων (π.χ. υπογραφής, σφραγίδας, υδατογραφήματος, γραφικού χαρακτήρα προσώπου κτλ.) είτε μέσω της χρήσης αυθεντικών διακριτικών τρίτου προσώπου, χωρίς όμως εξουσιοδότηση ή συναίνεση για τη χρήση των διακριτικών αυτών πάνω σε έγγραφο με συγκεκριμένο περιεχόμενο, είτε μέσω της νόθευσης (προσθήκης, αλλαγής, διαγραφής) πληροφοριών σε υπάρχον έγγραφο με αυθεντικά διακριτικά (στην τελευταία αυτή περίπτωση το νοθευμένο έγγραφο θεωρείται νομικά ως ένα νέο πλαστό έγγραφο, διαφορετικό από το αρχικό)· η πλαστογράφηση δεν αφορά μόνο επίσημα κείμενα ή ψηφιακά αρχεία (π.χ. ένα πτυχίο, μια σύμβαση, έναν ισολογισμό κτλ.), αλλά και διακριτικά αυθεντικότητας που φέρουν πάνω τους πνευματικά/ καλλιτεχνικά έργα (π.χ. την απομίμηση υπογραφής ενός καλλιτέχνη πάνω σε έναν μη αυθεντικό πίνακα ζωγραφικής ή την απομίμηση του υδατογραφήματος πάνω σε ένα πειρατικό σιντί)· τιμωρείται είτε ως πλημμέλημα είτε ως κακούργημα, ανάλογα με το αν βλάπτει τρίτο πρόσωπο
(πρβ. παραχάραξη) (ΣΥΝ πλαστογραφία)2)
(μτφ.)Η διαστρέβλωση, η εσκεμμένη παραποίηση των πραγματικών γεγονότων, της αλήθειας
(ΣΥΝ αλλοίωση, παραχάραξη, πλαστογραφία)








