Σύνθετη Αναζήτηση
Συνθήκη Αναζήτησης
Πεδίο Περιέχει Operations
Search by Letter
Αλφάβητο
Ελληνικό Αλφάβητο
Λατινικό Αλφάβητο
Αναζήτηση
Περιορισμοί
Χρήσεις-Φράσεις Ανάπτυξη

πυροπροστασία [piroprostasía], η (ουσ. ΟθI2.1).
(εν.)

1)

Το σύνολο των μέτρων που θεωρούνται ικανά και κατάλληλα αφενός να προφυλάξουν έναν χώρο, κτίριο, δάσος κτλ. από τον κίνδυνο πυρκαγιάς και αφετέρου να αντιμετωπίσουν την πυρκαγιά σε περίπτωση που αυτή εκδηλωθεί

(ΣΥΝ πυρασφάλεια)
Χρήσεις
κανονισμός πυροπροστασίας | ομάδες πυροπροστασίας |
Ενισχυμένα μέτρα πυροπροστασίας των δασών έλαβε το υπουργείο ενόψει του επικείμενου καύσωνα
Η πυροσβεστική υπηρεσία εντόπισε σοβαρές ελλείψεις σε θέματα πυροπροστασίας σε νυχτερινά κέντρα, εμπορικά καταστήματα και βιομηχανίες
Το σύστημα πυροπροστασίας ενεργοποιήθηκε αμέσως κι έτσι η φωτιά στο ξενοδοχείο έσβησε προτού θρηνήσουμε θύματα και προκληθούν ζημιές

2)

α.

ενεργητική πυροπροστασία

Το σύνολο των μέτρων και μέσων που αποβλέπουν στον έγκαιρο εντοπισμό εστίας φωτιάς και στην κατάσβεσή της

(ΣΥΝ ενεργητική πυρασφάλεια)
Χρήσεις
Η τοποθέτηση συστήματος πυρανίχνευσης, αυτόματων καταιονιστήρων και πυροσβεστήρων ανήκουν στην ενεργητική πυροπροστασία ενός κτιρίου

β.

παθητική πυροπροστασία

Το σύνολο των μέτρων που έχουν ληφθεί κατά τον σχεδιασμό και την κατασκευή ενός κτιρίου και αποσκοπούν στην ασφαλή και έγκαιρη διαφυγή των ανθρώπων που βρίσκονται μέσα σε αυτό σε περίπτωση εκδήλωσης φωτιάς, καθώς και στην αποφυγή εξάπλωσης της πυρκαγιάς σε άλλους χώρους ή σε γειτονικά κτίρια

(ΣΥΝ παθητική πυρασφάλεια)
Χρήσεις
Η επιλογή δομικών υλικών που αντέχουν στη φωτιά και η ύπαρξη εξόδων κινδύνου ανήκουν στην παθητική πυροπροστασία ενός κτιρίου

[ΕΤΥΜ μεταφρ. δάν.:^ < πυρο- (από το αρχ. πῦρ) + προστασία < αγγλ. fire protection].