Σύνθετη Αναζήτηση
Συνθήκη Αναζήτησης
Πεδίο Περιέχει Operations
Search by Letter
Αλφάβητο
Ελληνικό Αλφάβητο
Λατινικό Αλφάβητο
Αναζήτηση
Περιορισμοί
Χρήσεις-Φράσεις Ανάπτυξη

βίγκαν [vígan], ο, θηλ. βίγκαν [vígan] και βέγκαν [végan], ο, θηλ. βέγκαν [végan] (ουσ. ΖVII).

Πρόσωπο που ακολουθεί τις απόψεις και τον τρόπο ζωής σύμφωνα με τα οποία δεν επιτρέπεται η διατροφική κατανάλωση κανενός είδους ζωικού προϊόντος (π.χ. κόκκινου κρέατος, πουλερικών, ψαριών, θαλασσινών, γαλακτοκομικών προϊόντων, ζελατίνης, ζωικού λίπους, αυγών, [σε αυστηρότερες εκδοχές] μελιού κτλ.), ενώ συχνά αποφεύγεται και η χρήση προϊόντων ένδυσης, καθαριότητας κτλ. που προέρχονται από ζωική εκμετάλλευση (π.χ. ρούχων από γούνα, δέρμα ή μαλλί κτλ.) ή και η χρήση προϊόντων που δημιουργήθηκαν μετά από πειράματα σε ζώα (π.χ. φαρμάκων, εμβολίων κτλ.)· συνήθως η στάση αυτή υποκινείται είτε από σεβασμό προς τα ζώα είτε από οικολογικές ανησυχίες είτε από θρησκευτικές αντιλήψεις για την ιερότητα της ζωής είτε από συνδυασμό των παραπάνω· μολονότι ο βίγκαν έχει κοινά στοιχεία με τον βετζετέριαν, διαφοροποιείται από αυτόν στο ότι απορρίπτει όχι μόνο την κατανάλωση κρέατος, αλλά και οποιουδήποτε προϊόντος προέρχεται από τα ζώα (π.χ. γαλακτοκομικά, τυροκομικά προϊόντα)· ορισμένοι βίγκαν απορρίπτουν ακόμη και τη χρήση φυτικών προϊόντων που έχουν θερμανθεί σε θερμοκρασία πάνω από 48 οC· σε πιο ακραίες μορφές, προκειμένου να αποφευχθεί σοβαρή ζημιά στα φυτά, καταναλώνονται αποκλειστικά τμήματα φυτών η αφαίρεση των οποίων δεν καταστρέφει το φυτό (π.χ. τα καρότα, οι πατάτες απορρίπτονται, γιατί καταστρέφουν το φυτό, ενώ καρποί ή φύλλα των φυτών επιτρέπονται, εφόσον η αφαίρεση τους από το φυτό δεν το καταστρέφει)· σε αυστηρότερη εκδοχή, μόνο τμήματα του φυτού που έχουν πέσει μόνα τους στο έδαφος (π.χ. ώριμα φρούτα) επιτρέπεται να καταναλωθούν· όλες οι παραπάνω συνήθειες συνοδεύονται συνήθως από μια προσπάθεια εύρεσης περιβαλλοντικά βιώσιμων υποκατάστατων για τα ζωικά ή τα φυτικά προϊόντα, των οποίων η κατανάλωση ή η χρήση απαγορεύεται σύμφωνα με τις παραπάνω αντιλήψεις

(πρβ. χορτοφάγος)
[ΕΤΥΜ^ < αγγλ. vegan (όρος που χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά το 1944 και πιθ. προήλθε από το αγγλ. vegetarian) ].