Advanced Search
Search Condition
Field Contains Operations
Search by Letter
Αλφάβητο
Letters
Λατινικό Αλφάβητο
Αναζήτηση
Περιορισμοί
Χρήσεις-Φράσεις Ανάπτυξη

κύτταρο [cítaro], το (ουσ. ΟοI3.1).

1)

α.

{βιολ.}

α1.

Η μικρότερη δομική και λειτουργική μονάδα που εκδηλώνει το φαινόμενο της ζωής και που είτε συνιστά από μόνη της έναν οργανισμό (μονοκύτταρος οργανισμός) είτε αποτελεί μονάδα ενός οργανισμού που αποτελείται από πολλά κύτταρα, λιγότερο ή περισσότερο διαφοροποιημένα

Χρήσεις
ευκαρυωτικό/ προκαρυωτικό κύτταρο | απλοειδές/ διπλοειδές κύτταρο | βακτηριακά/ φυτικά/ ζωικά/ ανθρώπινα/ εμβρυϊκά κύτταρα | μυϊκά/ ηπατικά/ επιθηλιακά/ ενδοθηλιακά κύτταρα | αιμοποιητικά κύτταρα | νεοπλασματικά/ κακοήθη κύτταρα | γενετικά ανώμαλα κύτταρα | γεννητικό κύτταρο (= ο γαμέτης) | φονικό κύτταρο (= Τ-λεμφοκύτταρο που επιτίθεται σε κύτταρα-στόχους, όπως καρκινικά ή κύτταρα που έχουν προσβληθεί από ιό και προκαλεί τη λύση τους) | λιπώδη κύτταρα (= τα λιποκύτταρα) | η μεμβράνη του κυττάρου | χημική σύσταση/ βιολογία/ δομή/ λειτουργία των κυττάρων | μεταμοσχεύσεις κυττάρων |
Οι πλέον απλοί οργανισμοί αποτελούνται μόνο από ένα κύτταρο
Βασικός στόχος της κλωνοποίησης είναι η παραγωγή βλαστικών κυττάρων για τη θεραπεία διαφόρων νόσων
Η νόσος του Αλτσχάιμερ προκαλεί εκφυλισμό και βλάβη στα εγκεφαλικά κύτταρα
Δυστυχώς η χημειοθεραπεία εκτός από τα καρκινικά καταστρέφει και υγιή κύτταρα
Το DNA βρίσκεται μέσα στον πυρήνα του κάθε κυττάρου και περιέχει όλες τις γενετικές πληροφορίες του ανθρώπου
Το πίλινγκ απομακρύνει τα νεκρά κύτταρα της επιδερμίδας

α2.

βλαστικό/ στελεχιαίο/ αρχέγονο κύτταρο

Το βλαστοκύτταρο

Χρήσεις
Οι έρευνες στον τομέα των μεταμοσχεύσεων εστιάζουν πλέον στη χρήση βλαστικών κυττάρων από το ίδιο άτομο

α3.

αρχέγονα αιμοποιητικά κύτταρα

Τα κύτταρα από τα οποία προέρχονται, μέσα από στάδια εξέλιξης, όλα τα κύτταρα του αίματος, όλα τα έμμορφα συστατικά του αίματος

α4.

θυγατρικό κύτταρο

Καθένα από τα κύτταρα που προκύπτουν μετά από μια κυτταρική διαίρεση

α5.

σωματικό κύτταρο

Κύτταρο των πολυκύτταρων οργανισμών από το οποίο δεν πρόκειται να προκύψουν γεννητικά κύτταρα

β.

{ανατ.}

β1.

νευρικό κύτταρο

Ο νευρώνας

Χρήσεις
Τα νευρικά κύτταρα είναι κύτταρα με πολλές αποφυάδες

β2.

φαιά κύτταρα

Τα νευρικά κύτταρα που βρίσκονται στον εγκέφαλο ή στον νωτιαίο μυελό

β3.

τριχωτό κύτταρο

Κύτταρο (σημ. 1α) που έχει «τρίχες» οι οποίες προβάλλουν από την επιφάνειά του και η κίνηση των οποίων οδηγεί σε μεταβολές στη δομή της μεμβράνης, μετατρέποντας τελικά ένα μηχανικό ερέθισμα σε ηλεκτρικό· απαντά στο εσωτερικό αυτί των θηλαστικών και στην πλευρική γραμμή ψαριών και αμφιβίων

Χρήσεις
Όταν ένα ηχητικό κύμα φτάνει στο εσωτερικό αυτί, κινείται η λέμφος και τα τριχωτά κύτταρα, ξεκινώντας έτσι μια νευρική ώση η οποία καταλήγει στο κέντρο της ακοής στον εγκέφαλο

β4.

πυραμιδικό κύτταρο Βλ. πυραμιδικός

β5.

κύτταρο φυσικός δολοφόνος

Τύπος λευκού αιμοσφαιρίου το οποίο εξουδετερώνει καρκινικά κύτταρα ή κύτταρα μολυσμένα από κπν ιό στο πλαίσιο της εγγενούς ανοσίας

(ΣΥΝ κύτταρο ΝΚ)

β6.

κύτταρο μνήμης

Κλώνος μακρόβιων λεμφοκυττάρων ο οποίος σχηματίζεται κατά την πρωτογενή ανοσοαπόκριση, παραμένει στα λεμφικά όργανα και ενεργοποιείται από το ίδιο αντιγόνο που προκάλεσε τον σχηματισμό του στη δευτερογενή ανοσοαπόκριση

β7.

(σε παραθετικό σύνθετο για την απόδ. του αγγλ. SpudCell) κύτταρο-πατάτα

Η πρώτη πλήρως συνθετική μορφή κυττάρου (σημ. 1α)· η δημιουργία της ανακοινώθηκε την 1η Ιουλίου 2026 από ομάδα επιστημόνων του Πανεπιστημίου της Μιννεσότα, με επικεφαλής τη βιολόγο Κέιτ Ανταμάλα· διαθέτει μεταβολισμό, γονιδίωμα 36 γονιδίων και είναι ικανή να αναπαραχθεί με εξωτερική βοήθεια

γ.

{βοτ.} ηθμώδες κύτταρο

Εξειδικευμένο, επίμηκες κύτταρο των ανώτερων φυτών που αποτελεί δομικό συστατικό των ηθμοσωλήνων

2)

α.

{τεχνολ.}

Αισθητήρας του οποίου οι βασικές παράμετροι μεταβάλλονται με την προσπίπτουσα ακτινοβολία (όπως η φωτοαντίσταση) ή ηλεκτρονικό εξάρτημα τεχνολογίας ημιαγωγών που παράγει ηλεκτρικό ρεύμα ανάλογο με την ισχύ της προσπίπτουσας ακτινοβολίας (όπως τα φωτοβολταϊκά κύτταρα)

Χρήσεις
φωτοηλεκτρικό/ φωτοευαίσθητο κύτταρο | ηλιακά κύτταρα

{φωτογρ.} κύτταρο σεληνίου (= φωτοηλεκτρικό κύτταρο που παράγει ηλεκτρισμό ανάλογο με την ποσότητα του φωτός που πέφτει στην επιφάνειά του)

β.

{πληροφ.} κύτταρο μνήμης

Η μικρότερη χρησιμοποιούμενη μονάδα μνήμης με τη δυνατότητα αποθήκευσης ενός δυαδικού ψηφίου

3)

(μτφ.)

Το βασικό, το πρωταρχικό στοιχείο, μέρος κτλ. ενός οργανωμένου συνόλου

Χρήσεις
H οικογένεια είναι το πρώτο και το βασικότερο κύτταρο της κοινωνίας
Η τοπική αυτοδιοίκηση αποτελεί θεμελιώδες διοικητικό κύτταρο του κράτους

[ΕΤΥΜ σημασ. δάν.:^ < αρχ. κύτταρον μέσω του γαλλ. cellule].