1)
α.
{βιολ.}α1.
Η μικρότερη δομική και λειτουργική μονάδα που εκδηλώνει το φαινόμενο της ζωής και που είτε συνιστά από μόνη της έναν οργανισμό (μονοκύτταρος οργανισμός) είτε αποτελεί μονάδα ενός οργανισμού που αποτελείται από πολλά κύτταρα, λιγότερο ή περισσότερο διαφοροποιημένα
α2.
βλαστικό/ στελεχιαίο/ αρχέγονο κύτταροΤο βλαστοκύτταρο
α3.
αρχέγονα αιμοποιητικά κύτταραΤα κύτταρα από τα οποία προέρχονται, μέσα από στάδια εξέλιξης, όλα τα κύτταρα του αίματος, όλα τα έμμορφα συστατικά του αίματος
α4.
θυγατρικό κύτταροΚαθένα από τα κύτταρα που προκύπτουν μετά από μια κυτταρική διαίρεση
α5.
σωματικό κύτταροΚύτταρο των πολυκύτταρων οργανισμών από το οποίο δεν πρόκειται να προκύψουν γεννητικά κύτταρα
β.
{ανατ.}β1.
νευρικό κύτταροΟ νευρώνας
β2.
φαιά κύτταραΤα νευρικά κύτταρα που βρίσκονται στον εγκέφαλο ή στον νωτιαίο μυελό
β3.
τριχωτό κύτταροΚύτταρο (σημ. 1α) που έχει «τρίχες» οι οποίες προβάλλουν από την επιφάνειά του και η κίνηση των οποίων οδηγεί σε μεταβολές στη δομή της μεμβράνης, μετατρέποντας τελικά ένα μηχανικό ερέθισμα σε ηλεκτρικό· απαντά στο εσωτερικό αυτί των θηλαστικών και στην πλευρική γραμμή ψαριών και αμφιβίων
β4.
πυραμιδικό κύτταρο Βλ. πυραμιδικόςβ5.
κύτταρο φυσικός δολοφόνοςΤύπος λευκού αιμοσφαιρίου το οποίο εξουδετερώνει καρκινικά κύτταρα ή κύτταρα μολυσμένα από κπν ιό στο πλαίσιο της εγγενούς ανοσίας
(ΣΥΝ κύτταρο ΝΚ)β6.
κύτταρο μνήμηςΚλώνος μακρόβιων λεμφοκυττάρων ο οποίος σχηματίζεται κατά την πρωτογενή ανοσοαπόκριση, παραμένει στα λεμφικά όργανα και ενεργοποιείται από το ίδιο αντιγόνο που προκάλεσε τον σχηματισμό του στη δευτερογενή ανοσοαπόκριση
β7.
(σε παραθετικό σύνθετο για την απόδ. του αγγλ. SpudCell) κύτταρο-πατάταΗ πρώτη πλήρως συνθετική μορφή κυττάρου (σημ. 1α)· η δημιουργία της ανακοινώθηκε την 1η Ιουλίου 2026 από ομάδα επιστημόνων του Πανεπιστημίου της Μιννεσότα, με επικεφαλής τη βιολόγο Κέιτ Ανταμάλα· διαθέτει μεταβολισμό, γονιδίωμα 36 γονιδίων και είναι ικανή να αναπαραχθεί με εξωτερική βοήθεια
γ.
{βοτ.} ηθμώδες κύτταροΕξειδικευμένο, επίμηκες κύτταρο των ανώτερων φυτών που αποτελεί δομικό συστατικό των ηθμοσωλήνων
2)
α.
{τεχνολ.}Αισθητήρας του οποίου οι βασικές παράμετροι μεταβάλλονται με την προσπίπτουσα ακτινοβολία (όπως η φωτοαντίσταση) ή ηλεκτρονικό εξάρτημα τεχνολογίας ημιαγωγών που παράγει ηλεκτρικό ρεύμα ανάλογο με την ισχύ της προσπίπτουσας ακτινοβολίας (όπως τα φωτοβολταϊκά κύτταρα)
β.
{πληροφ.} κύτταρο μνήμηςΗ μικρότερη χρησιμοποιούμενη μονάδα μνήμης με τη δυνατότητα αποθήκευσης ενός δυαδικού ψηφίου
3)
(μτφ.)Το βασικό, το πρωταρχικό στοιχείο, μέρος κτλ. ενός οργανωμένου συνόλου












