{βιολ.} (γεν. του πλαγκτού και του πλαγκτόν και του πλανκτόν και (σπάν.) του πλανκτού)
1)
(εν.)Το σύνολο κυρίως μικροσκοπικών (αλλά και μεγαλύτερων) ζωντανών όντων (πρωτοζώων, μυκήτων, βακτηρίων, κνιδοζώων, γυρεοκόκκων κτλ.) που εντοπίζονται σε ωκεανούς, θάλασσες, λίμνες, ποτάμια κτλ. ή στον αέρα και τα οποία δεν μπορούν να ωθήσουν τον εαυτό τους αντίθετα προς τη φορά των ρευμάτων του νερού ή του αέρα ή να τον κρατήσουν σταθερό, με αποτέλεσμα να είναι συνεχώς παρασυρόμενα από το νερό ή τον αέρα· το σύνολο των παραπάνω ζωντανών όντων του αέρα δηλώνεται συχνότερα με τον όρο «αεροπλαγκτόν», ενώ ο όρος «πλαγκτόν» συχνά παραπέμπει αποκλειστικά στο σύνολο των παραπάνω όντων που εντοπίζονται σε ωκεανούς, θάλασσες, λίμνες, ποτάμια κτλ.· τέλος, το σύνολο των παραπάνω όντων που εντοπίζονται σε ωκεανούς, θάλασσες, λίμνες, ποτάμια κτλ. διακρίνεται σε δύο μεγάλες κατηγορίες, το ζωοπλαγκτόν (βλ. λ.) και το φυτοπλαγκτόν (βλ. λ.)
(ΑΝΤ βένθος, νηκτόν)2)
(καταχρ., ως άκλιτο και κυρίως στον πληθ.)Ζωντανό ον που ανήκει στο παραπάνω σύνολο και κυρίως ένα ζωντανό ον που εντοπίζεται σε ωκεανούς, θάλασσες, λίμνες, ποτάμια κτλ. (διότι για αντίστοιχο ζωντανό ον του αέρα προτιμάται ο όρος «αεροπλαγκτόν»)















