Σύνθετη Αναζήτηση
Συνθήκη Αναζήτησης
Πεδίο Περιέχει Operations
Search by Letter
Αλφάβητο
Ελληνικό Αλφάβητο
Λατινικό Αλφάβητο
Αναζήτηση
Περιορισμοί
Χρήσεις-Φράσεις Ανάπτυξη

πλαγκτόν [plaŋktón] και πλανκτόν [plaŋktón], το (ουσ. ΟοI1.1, ΟοΧI).
{βιολ.} (γεν. του πλαγκτού και του πλαγκτόν και του πλανκτόν και (σπάν.) του πλανκτού)

1)

(εν.)

Το σύνολο κυρίως μικροσκοπικών (αλλά και μεγαλύτερων) ζωντανών όντων (πρωτοζώων, μυκήτων, βακτηρίων, κνιδοζώων, γυρεοκόκκων κτλ.) που εντοπίζονται σε ωκεανούς, θάλασσες, λίμνες, ποτάμια κτλ. ή στον αέρα και τα οποία δεν μπορούν να ωθήσουν τον εαυτό τους αντίθετα προς τη φορά των ρευμάτων του νερού ή του αέρα ή να τον κρατήσουν σταθερό, με αποτέλεσμα να είναι συνεχώς παρασυρόμενα από το νερό ή τον αέρα· το σύνολο των παραπάνω ζωντανών όντων του αέρα δηλώνεται συχνότερα με τον όρο «αεροπλαγκτόν», ενώ ο όρος «πλαγκτόν» συχνά παραπέμπει αποκλειστικά στο σύνολο των παραπάνω όντων που εντοπίζονται σε ωκεανούς, θάλασσες, λίμνες, ποτάμια κτλ.· τέλος, το σύνολο των παραπάνω όντων που εντοπίζονται σε ωκεανούς, θάλασσες, λίμνες, ποτάμια κτλ. διακρίνεται σε δύο μεγάλες κατηγορίες, το ζωοπλαγκτόν (βλ. λ.) και το φυτοπλαγκτόν (βλ. λ.)

(ΑΝΤ βένθος, νηκτόν)
Χρήσεις
Το πλαγκτόν αποτελεί τροφή πολλών μεγαλύτερων θαλάσσιων οργανισμών
Το πλαγκτόν είναι άφθονο κοντά στην επιφάνεια της θάλασσας

2)

(καταχρ., ως άκλιτο και κυρίως στον πληθ.)

Ζωντανό ον που ανήκει στο παραπάνω σύνολο και κυρίως ένα ζωντανό ον που εντοπίζεται σε ωκεανούς, θάλασσες, λίμνες, ποτάμια κτλ. (διότι για αντίστοιχο ζωντανό ον του αέρα προτιμάται ο όρος «αεροπλαγκτόν»)

Χρήσεις
ιχθύες που τρέφονται από τα πλαγκτόν

[ΕΤΥΜ αντιδ.:^ < γαλλ. plancton (πρβ. γερμ. Plankton, αγγλ. plankton) < αρχ. πλαγκτόν, ουδ. επ. πλαγκτός ‘περιπλανώμενος, άστατος’ με ουσιαστικοποίηση μέσω μετατροπής < πλαγκ- (θ. του πλάζω ‘κάνω κπν ή κτ να περιπλανηθεί’) (πρβ. αόρ. ἔπλαγξα και μπθ.αόρ. ἐπλάγχθην) + -τός].