Advanced Search
Search Condition
Field Contains Operations
Search by Letter
Αλφάβητο
Letters
Λατινικό Αλφάβητο
Αναζήτηση
Περιορισμοί
Χρήσεις-Φράσεις Ανάπτυξη

υδροστρόβιλος [iðrostróvilos], ο (ουσ. ΟαIV3.1).
{τεχνολ.}

1)

{μετεωρ.} (αγγλ. waterspout)

Περιστρεφόμενη στήλη αέρα, κυρίως υδρατμών, συνήθ. με μορφή χωνοειδούς σύννεφου, που σχηματίζεται ανάμεσα σε καταιγιδοφόρο σύννεφο και στην επιφάνεια υδάτινου σώματος, κυρίως της θάλασσας, και μπορεί να μετακινηθεί στη στεριά· κυρίως ο όρος αναφέρεται σε σχετικά μικρής διάρκειας δίνη, συνηθισμένη σε τροπικές ή υποτροπικές περιοχές του πλανήτη, με ανέμους που δεν ξεπερνούν την ταχύτητα των 30 μέτρων το δευτερόλεπτο· ισχυρότερες δίνες ονομάζονται κοινώς ανεμοστρόβιλοι, ακόμη και αν σχηματίζονται πάνω από υδάτινο σώμα

(ΣΥΝ υδατοστρόβιλος, υδροσίφωνας, <διαλεκτ.> τρόμπα)
Χρήσεις
Υδροστρόβιλοι σχηματίστηκαν κατά τη διάρκεια σημερινών καταιγίδων στη Χαλκιδική
Τρεις μεγάλοι υδροστρόβιλοι αναπτύχθηκαν ανοιχτά της Τήνου και ήταν ορατοί από την Άνδρο και τη Σύρο

2)

{τεχνολ.}

Στροβιλομηχανή η οποία περιστρέφεται από την υδατόπτωση ή τη ροή των υδάτων παράγοντας κινητήριο μηχανικό έργο, το οποίο στη συνέχεια συνήθ. χρησιμοποιείται για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας

(ΣΥΝ υδατοστρόβιλος)
[ΕΤΥΜ απόδ.:^ < υδρο- + στρόβιλος. Η σημ 2. ως απόδ. του αγγλ. hydroturbine ή γερμ. Wasserturbine].