{τεχνολ.}
1)
{μετεωρ.} (αγγλ. waterspout)Περιστρεφόμενη στήλη αέρα, κυρίως υδρατμών, συνήθ. με μορφή χωνοειδούς σύννεφου, που σχηματίζεται ανάμεσα σε καταιγιδοφόρο σύννεφο και στην επιφάνεια υδάτινου σώματος, κυρίως της θάλασσας, και μπορεί να μετακινηθεί στη στεριά· κυρίως ο όρος αναφέρεται σε σχετικά μικρής διάρκειας δίνη, συνηθισμένη σε τροπικές ή υποτροπικές περιοχές του πλανήτη, με ανέμους που δεν ξεπερνούν την ταχύτητα των 30 μέτρων το δευτερόλεπτο· ισχυρότερες δίνες ονομάζονται κοινώς ανεμοστρόβιλοι, ακόμη και αν σχηματίζονται πάνω από υδάτινο σώμα
(ΣΥΝ υδατοστρόβιλος, υδροσίφωνας, <διαλεκτ.> τρόμπα)2)
{τεχνολ.}Στροβιλομηχανή η οποία περιστρέφεται από την υδατόπτωση ή τη ροή των υδάτων παράγοντας κινητήριο μηχανικό έργο, το οποίο στη συνέχεια συνήθ. χρησιμοποιείται για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας
(ΣΥΝ υδατοστρόβιλος)









