Recherche avancée
Condition de recherche
Champ Contient Actions
Search by Letter
Αλφάβητο
Ελληνικό Αλφάβητο
Λατινικό Αλφάβητο
Αναζήτηση
Περιορισμοί
Χρήσεις-Φράσεις Ανάπτυξη

μάσκινγκ [másciŋg], το (ουσ. ΟοXI).

1)

{ψυχολ., ψυχιατρ.} (αγγλ. masking)

Η στρατηγική της συνειδητής ή υποσυνείδητης απόκρυψης ή καταστολής νευροδιαφορετικών στοιχείων συμπεριφοράς από το ίδιο το νευροδιαφορετικό (συνήθ. αυτιστικό) άτομο, ώστε αυτό να παρουσιάζεται στις κοινωνικές του αλληλεπιδράσεις ως νευροτυπικό και να αποφεύγει τον στιγματισμό και την κοινωνική απόρριψη· (συνεκδ.) η εφαρμογή της παραπάνω στρατηγικής από νευροδιαφορετικό άτομο· η συγκάλυψη

Χρήσεις
το μάσκινγκ στη ΔΕΠΥ

(συνεκδ.)
Οι αυτιστικοί άνθρωποι κάνουν μάσκινγκ για να φαίνονται νευροτυπικοί

2)

{ιατρ.} (αγγλ. masking, το οποίο αντικαθιστά σταδιακά το αγγλ. blinding)

Η χρήση τεχνικών για την πραγματοποίηση τυφλών ιατρικών ερευνών, δηλαδή ερευνών κατά τη διάρκεια των οποίων οι ασθενείς/ συμμετέχοντες που λαμβάνουν μια πειραματική θεραπεία, οι γιατροί που τη χορηγούν ή και οι ερευνητές που συλλέγουν τα δεδομένα, δε γνωρίζουν ποιοι από τους συμμετέχοντες λαμβάνουν την πειραματική θεραπεία και ποιοι λαμβάνουν ένα πλασέμπο με το οποίο η αποτελεσματικότητα της θεραπείας συγκρίνεται στο τέλος της έρευνας· βελτιώνει την αξιοπιστία της έρευνας· αντί για τον όρο «μάσκινγκ», συχνότερα στα ελληνικά χρησιμοποιείται ο συνώνυμος όρος «τυφλοποίηση», καθώς ο όρος αυτός αποτελεί μεταφραστικό δάνειο του κυρίαρχου αγγλικού όρου “blinding”· εξαιτίας, όμως, της σύνδεσης του όρου «τυφλοποίηση» (και αντίστοιχα του αγγλικού “blinding”) με την κλινική κατάσταση της τύφλωσης, στα ελληνικά αρχίζουν να εισάγονται ως αποδόσεις του αγγλ. masking οι όροι «αποκρυπτοποίηση» ή «απόκρυψη» χωρίς κάποιος από τους δύο να έχει ευρεία χρήση ακόμη (2026)

Χρήσεις
Η πειραματική ομάδα παρουσίασε σημαντική βελτίωση σε σχέση με την ομάδα ελέγχου, ωστόσο η έρευνα είχε ελάχιστο επίπεδο μάσκινγκ

3)

(σπάν.) (αγγλ. masking)

Το μασκάρισμα (βλ. λ.)

Χρήσεις
ταινία μάσκινγκ (= αυτοκόλλητη ταινία που χρησιμοποιείται για την κάλυψη και προστασία επιφανειών από εργασίες βαφής· η ταινία μασκαρίσματος· αγγλ. masking tape)

4)

{πληροφ.} (αγγλ. [data] masking)

Η τροποποίηση του περιεχομένου ευαίσθητων δεδομένων με τέτοιο τρόπο ώστε το πραγματικό/ αρχικό περιεχόμενό τους να μην είναι πλέον αντιληπτό (σε όλους ή σε κάποιους), ενώ ταυτόχρονα η δομή και οι συσχετίσεις μεταξύ των δεδομένων να παραμένουν ακέραιες, ώστε να μπορεί να πραγματοποιηθεί ανάλυση/ επεξεργασία τους· ένα παράδειγμα τέτοιας τροποποίησης είναι η αλλαγή των πραγματικών ονομάτων των συμμετεχόντων σε μία έρευνα με ψεύτικα ονόματα· η απόκρυψη (δεδομένων)

Χρήσεις
Αφού μελετήθηκαν τα δικαιώματα πρόσβασης στη βάση, έγινε μάσκινγκ μέσω γλώσσας προγραμματισμού για εμφάνιση ψευδών δεδομένων

[ΕΤΥΜ^ < αγγλ. masking < mask ‘καλύπτω με μάσκα’].