Recherche avancée
Condition de recherche
Champ Contient Actions
Search by Letter
Αλφάβητο
Ελληνικό Αλφάβητο
Λατινικό Αλφάβητο
Αναζήτηση
Περιορισμοί
Χρήσεις-Φράσεις Ανάπτυξη

ηλικισμός [ilicizmόs], ο (ουσ. ΟαIV1.1).

(εν.)

Σύνολο στερεοτύπων (τυποποιημένων ιδεών, σκέψεων), προκαταλήψεων (μεροληπτικών διαθέσεων, συναισθημάτων) ή και διακρίσεων (άδικων μέτρων, ενεργειών, περιορισμών κτλ.) που στηρίζεται στην ηλικία των ατόμων και εντοπίζεται σε τομείς της κοινωνίας, στον πολιτισμό, στις διαπροσωπικές σχέσεις, αλλά και στην αντίληψη του κάθε ατόμου για τον εαυτό του· αν και δυνητικά αφορά κάθε ηλικία, εστιάζεται συχνότερα σε ηλικιωμένους ή σε νεαρούς· πραγματώνεται μέσα από ανυπόστατες γενικεύσεις είτε θετικές, που οδηγούν σε παράλογες προσδοκίες για το άτομο (π.χ. ότι ο ηλικιωμένος είναι σοφός και άρα δεν μπορεί να φέρεται επιπόλαια ή ότι ο νέος πρέπει να είναι ψυχικά και σωματικά υγιής), είτε αρνητικές (π.χ. ότι οι ηλικιωμένοι έχουν χαμηλές σωματικές ή νοητικές ικανότητες, ότι οι νέοι δε λαμβάνουν σωστές αποφάσεις ή είναι άπειροι κτλ.)· επίσης πραγματώνεται μέσα από νομοθετικές αποφάσεις (π.χ. νόμους που αυθαίρετα θέτουν ηλικιακά όρια στη διεκδίκηση θέσεων εξουσίας, αξιωμάτων κτλ.), μέσα από την ηλικιακή κατανομή των δυνατοτήτων υγειονομικής περίθαλψης, μέσα από την αποφυγή προβολής υπερηλίκων σε διαφημιστικά μηνύματα κτλ.· ο ηλικιακός ρατσισμός

Χρήσεις
Ο ηλικισμός έχει ενσωματωθεί βαθιά στις κοινωνικές δομές και συνήθειες

[ΕΤΥΜ^ μεταφρ. δάν. < αγγλ. ageism (ηλικία + -ισμός)].