Recherche avancée
Condition de recherche
Champ Contient Actions
Search by Letter
Αλφάβητο
Ελληνικό Αλφάβητο
Λατινικό Αλφάβητο
Αναζήτηση
Περιορισμοί
Χρήσεις-Φράσεις Ανάπτυξη

θηριανός [θirianόs], ο, θηλ. θηριανή [θirianí] (ουσ. ΖIII1.5).

Άτομο που υιοθετεί πνευματικά και ψυχολογικά σε στιγμές της καθημερινότητάς του την ταυτότητα ενός ή περισσότερων συγκεκριμένων ζώων, συνήθως φορώντας μάσκες, στολές κτλ. ζώου ή και μιμούμενο συμπεριφορές ζώου (βάδισμα στα τέσσερα, κραυγές κτλ.)· ανήκει σε σχετική διαδικτυακή υποκουλτούρα η οποία πρωτοεμφανίστηκε το 1993 και η οποία προσελκύει κυρίως νέους ανθρώπους (εφήβους)· η υποκουλτούρα έχει προσεγγιστεί από ψυχολογική και ανθρωπολογική σκοπιά· ψυχολογικά, έχει συσχετιστεί με την ανάγκη του ατόμου να ξεφύγει από το άγχος και τις απαιτήσεις της καθημερινότητας ή σπανιότερα έχει συσχετιστεί με διάφορους τύπους ψύχωσης· ανθρωπολογικά έχει συσχετιστεί με παλαιότερες σαμανιστικές πρακτικές και θρησκείες με ζωόμορφες θεότητες

Χρήσεις
Οι θηριανοί περιγράφουν την ταύτισή τους με ζώα ως βαθύτερο στοιχείο της προσωπικής τους ταυτότητας και όχι ως απλό χόμπι

[ΕΤΥΜ^ αντιδ. < αγγλ. therian < therianthrope < ελνστ. επ. θηριάνθρωπος 'ημιάγριος' < αρχ. θηρίον + ἄνθρωπος].