Recherche avancée
Condition de recherche
Champ Contient Actions
Search by Letter
Αλφάβητο
Ελληνικό Αλφάβητο
Λατινικό Αλφάβητο
Αναζήτηση
Περιορισμοί
Χρήσεις-Φράσεις Ανάπτυξη

Λίμπο [lí(m)bο], το (ουσ. ΟοΧI).

1)

{εκκλησ.} (ανεπίσημη ονομασία στη θεολογική παράδοση της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας)

Η παρυφή της Κόλασης, το μέρος όπου μένουν οι ψυχές των ατόμων που δε βαρύνονται από θανάσιμα αμαρτήματα, αλλά δεν έχουν απαλλαγεί από το προπατορικό αμάρτημα· ανάλογα με την εκάστοτε θεολογική ανάλυση, εκεί μένουν οι ψυχές των θεοσεβούμενων που πέθαναν πριν από την Ανάσταση του Χριστού, των αλλοθρήσκων (εξαιρουμένων των αιρετικών που βρίσκονται βαθύτερα στην Κόλαση) ή και οι ψυχές των αβάπτιστων βρεφών· οι ψυχές στο Λίμπο έχουν σχετική ευημερία, αλλά δεν μπορούν να γνωρίσουν την πραγματική σωτηρία πηγαίνοντας στον Παράδεισο· στη «Θεία Κωμωδία» του Δάντη αναφέρεται ως ο πρώτος κύκλος της Κόλασης, στον οποίο βρίσκονται οι ψυχές ενάρετων παγανιστών και στον οποίο υπάρχει παλάτι όπου διαμένουν οι σοφοί της αρχαιότητας

(πρβ. Άδης)

2)

(μετωνυμ. με πεζό)

α.

Περίοδος αβεβαιότητας και αναμονής για τη λήψη μιας απόφασης ή για την εύρεση μιας λύσης, ενός τελικού αποτελέσματος

Χρήσεις
Σε λίμπο βρίσκεται ο ελληνοτουρκικός διάλογος, καθώς η συνάντηση των δύο ηγετών είναι ακόμη στα χαρτιά
Πολλοί ζούμε σε αυτό το λίμπο μεταξύ διδακτορικού και μόνιμης ακαδημαϊκής θέσης

β.

Ενδιάμεση κατάσταση, κατάσταση μετάβασης, κατάσταση που συνδυάζει χαρακτηριστικά από δύο σχετικά αντίθετες μεταξύ τους καταστάσεις

Χρήσεις
Είναι στο λίμπο μεταξύ ξύπνιου και ύπνου

[ΕΤΥΜ^ < ιταλ. limbo < λατ. limbus ‘όριο υφάσματος (στρίφωμα), ζώνη, παγίδα’].