Χρήσεις-Φράσεις Ανάπτυξη
λάκκος [lákos], ο (ουσ. Αδρόμος).
–υποκορ. το λακκάκι Βλ. λ.
1)
Φυσικό ή τεχνητό κοίλωμα του εδάφους, συνήθως μεγάλο και βαθύ
Πρόσεξε τον λάκκο με τον ασβέστη
Ήταν σκοτεινά κι εκεί που περπατούσε βρέθηκε μέσα σε έναν λάκκο
Έσκαψε έναν μικρό λάκκο και έκρυψε τα κλεμμένα
ΕΚΦΡ
Κάποιον λάκκο έχει η φάβα
κτ περίεργο συμβαίνει που δεν είναι ακόμη γνωστό, εμφανές
Λάκκος των λεόντων (βλ. Π.Δ., «Δαν.», [κεφ.] Γ΄, [στιχ.] 6)
ο Δανιήλ βρέθηκε στον λάκκο των λεόντων
(ΣΥΝ ΕΚΦΡ λάκκος με τα φίδια)
Λάκκος με τα φίδια
χρησιμοποιείται για να αναφερθούμε σε μια εξαιρετικά δύσκολη κατάσταση
(ΣΥΝ ΕΚΦΡ λάκκος των λεόντων)2)
(συνεκδ.) <προφ., λαϊκ.>Ο τάφος
Τον έβαλαν να σκάψει ο ίδιος τον λάκκο του και μετά τον εκτέλεσαν
Δε ζει κανείς τους, μπήκαν όλοι στον λάκκο
(= πέθαναν) ΕΚΦΡ
Σκάβω/ Ανοίγω τον λάκκο κάποιου
προσπαθώ να βλάψω κπν, να τον υπονομεύσω
Σκάβω (μόνος μου) τον λάκκο μου
προκαλώ ο ίδιος κακό στον εαυτό μου
Με το ένα πόδι στον λάκκο= βλ. πόδι.
ΠΑΡΟΙΜ
Όποιος σκάβει τον λάκκο τ’ αλλουνού πέφτει ο ίδιος μέσα
όποιος σχεδιάζει το κακό του άλλου κινδυνεύει ο ίδιος να πάθει κακό
Τυφλός τυφλό οδήγαγε κι οι δυο στον λάκκο πέσαν= βλ. τυφλός.
–υποκορ. το λακκάκι Βλ. λ.
[ΕΤΥΜ^ < αρχ. λάκκος].














