Χρήσεις-Φράσεις Ανάπτυξη
χάση [xási], η (ουσ. Θνίκη).
(εν.)
(εν.)
Η περίοδος που ακολουθεί μετά την πανσέληνο, κατά την οποία μικραίνει ο φωτεινός δίσκος της Σελήνης
(ΑΝΤ γέμιση)Το φεγγάρι είναι στη χάση του
«Τα ξύλα του, κομμένα/ πάντα σε χάση φεγγαριού»
(Α. Βαλαωρίτης, Φωτεινός, «Άσμα πρώτον», εκδ. Ίκαρος) ΕΚΦΡ
Στη χάση και στη φέξη
πολύ σπάνια
(ΣΥΝ ΕΚΦΡ αραιά και πού)Από τότε που μετακόμισα στα προάστια, κατεβαίνω στο κέντρο στη χάση και στη φέξη
[ΕΤΥΜ^ < μσν. χάσις με προσαρμογή στη δημοτική < χά(νω) + -σις].












