Σύνθετη Αναζήτηση
Συνθήκη Αναζήτησης
Πεδίο Περιέχει Operations
Search by Letter
Αλφάβητο
Ελληνικό Αλφάβητο
Λατινικό Αλφάβητο
Αναζήτηση
Περιορισμοί
Χρήσεις-Φράσεις Ανάπτυξη

λειτουργώ [liturɣó] Ραδικώ και <λαϊκ.> (σπάν.) λειτουργάω [liturɣáo] Ραγαπώ
[ΕΝΣΤ (ορστ. λειτουργείς και λειτουργάς), ΑΟΡ λειτούργησα, ΜΠΘ ΕΝΣΤ λειτουργούμαι και <λαϊκ.> λειτουργιέμαι, ΜΠΘ ΑΟΡ λειτουργήθηκα, ΜΠΘ ΠΡΚ (μτχ. λειτουργημένος)]
(ρ.).

Α.

(μόνο στην ενεργ.φ.)

1)

α.

ΑΜΤΒ (για μηχανή, όργανο, σύστημα κτλ.)

Εκτελώ σειρά συντονισμένων κινήσεων που αποβλέπουν στην παραγωγή ορισμένου έργου, αποτελέσματος

(ΣΥΝ δουλεύω4α)
Χρήσεις
Το κλιματιστικό δε λειτουργεί κανονικά
Λόγω βλάβης το ασανσέρ/ το τηλέφωνο δε λειτουργεί εδώ και δύο ημέρες
Οι φωτεινοί σηματοδότες δε λειτουργούσαν εξαιτίας της διακοπής ρεύματος

Στεγνωτήρας χεριών που λειτουργεί με το πάτημα ενός κουμπιού
(= τίθεται σε λειτουργία)

(για μέλος, όργανο του σώματος ή για αίσθηση, διεργασία έμβιου όντος)
Το ήπαρ του ασθενούς λειτουργεί φυσιολογικά/ ικανοποιητικά/ καλά
Κατά τη μεταφορά του στο νοσοκομείο, η καρδιά του έπαψε να λειτουργεί
Η ακοή μου λειτουργεί μια χαρά

β.

ΜΤΒ (+αιτ.) <προφ.>

Θέτω ένα μηχάνημα, μία συσκευή κτλ. σε λειτουργία

Χρήσεις
Έβγαλα τον φορητό υπολογιστή από το κουτί και προσπάθησα να τον λειτουργήσω

2)

α.

ΑΜΤΒ

α1.

Αναπτύσσω δραστηριότητα, παρέχω συγκεκριμένες υπηρεσίες

Χρήσεις
Γυμναστήριο που λειτουργούσε χωρίς άδεια σφραγίστηκε από τη νομαρχία
Στο ισόγειο του κτιρίου λειτουργεί καφενείο
Δε θέλουμε μια δημόσια διοίκηση που λειτουργεί γραφειοκρατικά
Μερικές φορές έχω την αίσθηση πως τίποτα δε λειτουργεί σωστά και αποτελεσματικά σε αυτόν τον τόπο

α2.

(για κατάστημα, υπηρεσία κτλ.)

Είμαι ανοιχτός, βρίσκομαι στη διάθεση του κοινού

(ΣΥΝ δουλεύω4β)
Χρήσεις
Το ξενοδοχείο διαθέτει σαράντα δωμάτια και λειτουργεί όλο τον χρόνο
Η δημοτική βιβλιοθήκη λειτουργεί καθημερινά από τις οκτώ το πρωί έως τις οκτώ το βράδυ
Το μετρό δε θα λειτουργήσει αύριο λόγω εικοσιτετράωρης απεργίας
Οι σχολές λειτουργούν χωρίς πρόβλημα και τα μαθήματα γίνονται κανονικά

β.

ΜΤΒ (+αιτ.) <προφ.>

Θέτω ένα κατάστημα, μία υπηρεσία σε λειτουργία

Χρήσεις
Ο παιδικός σταθμός είναι έτοιμος, αλλά η δημοτική αρχή δεν έχει ακόμα ανακοινώσει πότε σκοπεύει να τον λειτουργήσει

3)

ΑΜΤΒ

α.

Έχω έναν χαρακτηριστικό, ιδιαίτερο ρόλο μέσα σε ένα σύνολο στο οποίο ανήκω, εξυπηρετώ έναν σκοπό

Χρήσεις
Ο εκπαιδευτικός πρέπει να λειτουργεί ως πρότυπο για τους μαθητές
Ο δήμαρχος οφείλει να λειτουργεί ως εκπρόσωπος των δημοτών

β.

Για κτ που επενεργεί, επιδρά με ορισμένο τρόπο:

Χρήσεις
Προσπαθήσαμε, αλλά η κούραση λειτούργησε ανασταλτικά
Οι αποφάσεις του διαιτητή λειτούργησαν καταλυτικά στη διαμόρφωση του τελικού αποτελέσματος
Πρέπει να βιαστούμε, ο χρόνος λειτουργεί σε βάρος μας

4)

ΑΜΤΒ (για πρόσωπο)

α.

Ενεργώ, συμπεριφέρομαι, αντιδρώ με συγκεκριμένο τρόπο

Χρήσεις
Λειτουργώ με γνώμονα τη λογική/ με βάση το συναίσθημα
Αν λειτουργούσαμε ομαδικά και όχι ατομικά και εγωιστικά, θα καταφέρναμε περισσότερα

β.

Έχω κανονική, φυσιολογική απόδοση, ενεργώ καλά, σωστά

Χρήσεις
Δεν μπορώ να λειτουργήσω, όταν είμαι άυπνος/ κουρασμένος

5)

ΑΜΤΒ (για κληρικό)

Τελώ εκκλησιαστική λειτουργία, ιερές ακολουθίες

(ΣΥΝ ιερουργώ)
Χρήσεις
Ο ιερέας λειτουργεί στην ενορία του Αγίου Νικολάου

Β.

(μόνο στη μπθ.φ.)

1)

ΑΜΤΒ (για πιστό)

Προσέρχομαι σε εκκλησία και παρακολουθώ ιερή ακολουθία, κυρίως τη Θεία Λειτουργία

Χρήσεις
Λειτουργηθήκαμε και κοινωνήσαμε

2)

ΑΜΤΒ

Για ναό εντός του οποίου τελείται Θεία Λειτουργία

Χρήσεις
Η εκκλησία λειτουργείται δύο φορές τον χρόνο