[ΕΝΣΤ (ορστ. λειτουργείς και λειτουργάς), ΑΟΡ λειτούργησα, ΜΠΘ ΕΝΣΤ λειτουργούμαι και <λαϊκ.> λειτουργιέμαι, ΜΠΘ ΑΟΡ λειτουργήθηκα, ΜΠΘ ΠΡΚ (μτχ. λειτουργημένος)]
(ρ.).
Α.
(μόνο στην ενεργ.φ.)1)
α.
ΑΜΤΒ (για μηχανή, όργανο, σύστημα κτλ.)Εκτελώ σειρά συντονισμένων κινήσεων που αποβλέπουν στην παραγωγή ορισμένου έργου, αποτελέσματος
(ΣΥΝ δουλεύω4α)β.
ΜΤΒ (+αιτ.) <προφ.>Θέτω ένα μηχάνημα, μία συσκευή κτλ. σε λειτουργία
2)
α.
ΑΜΤΒα1.
Αναπτύσσω δραστηριότητα, παρέχω συγκεκριμένες υπηρεσίες
α2.
(για κατάστημα, υπηρεσία κτλ.)Είμαι ανοιχτός, βρίσκομαι στη διάθεση του κοινού
(ΣΥΝ δουλεύω4β)β.
ΜΤΒ (+αιτ.) <προφ.>Θέτω ένα κατάστημα, μία υπηρεσία σε λειτουργία
3)
ΑΜΤΒα.
Έχω έναν χαρακτηριστικό, ιδιαίτερο ρόλο μέσα σε ένα σύνολο στο οποίο ανήκω, εξυπηρετώ έναν σκοπό
β.
Για κτ που επενεργεί, επιδρά με ορισμένο τρόπο:
4)
ΑΜΤΒ (για πρόσωπο)α.
Ενεργώ, συμπεριφέρομαι, αντιδρώ με συγκεκριμένο τρόπο
β.
Έχω κανονική, φυσιολογική απόδοση, ενεργώ καλά, σωστά
5)
ΑΜΤΒ (για κληρικό)Τελώ εκκλησιαστική λειτουργία, ιερές ακολουθίες
(ΣΥΝ ιερουργώ)Β.
(μόνο στη μπθ.φ.)1)
ΑΜΤΒ (για πιστό)Προσέρχομαι σε εκκλησία και παρακολουθώ ιερή ακολουθία, κυρίως τη Θεία Λειτουργία
2)
ΑΜΤΒΓια ναό εντός του οποίου τελείται Θεία Λειτουργία















