Lemma of the week

Χρήσεις-Φράσεις Ανάπτυξη

ινφλουένσερ [influénser], ο, θηλ. ινφλουένσερ [influénser] (ουσ. ΖIV2).

1)

(αγγλ. [social media] influencer)

Άτομο που οικοδομεί τη φήμη του στο διαδίκτυο, μέσω περιεχομένου (δηλώσεις, φωτογραφίες, βίντεο κτλ.) που ανεβάζει σε αυτό και μέσω της άμεσης αλληλεπίδρασης με το κοινό του σε πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης (βλ. σόσιαλ μίντια)· συχνά πληρώνεται από διαφημίσεις που συνοδεύουν το περιεχόμενο που ανεβάζει στο διαδίκτυο, από προβολές προϊόντων που κάνει ο ίδιος εντός του περιεχομένου του ή και μέσω χορηγιών· ο επηρεαστής (γνώμης)

2)

(γενικότ. και σπανιότ.) (αγγλ. influencer)

Άτομο που έχει αποκτήσει κάποιου βαθμού διασημότητα και δημοφιλία (διάσημος καλλιτέχνης, πολιτικός, επιχειρηματίας) και γι’ αυτό η γνώμη του, ο τρόπος ζωής του ή και η συμπεριφορά του επηρεάζουν τη γνώμη και τις συνήθειες του κοινού του

[ΕΤΥΜ^ < αγγλ. influencer < ρ. influence ‘επηρεάζω’].