Χρήσεις-Φράσεις Ανάπτυξη
κλειτοριδεκτομή 
[klitoriðektomí], η (ουσ. ΟθII1).
(συνήθ. στον εν.)
(συνήθ. στον εν.)
Ολική ή μερική αφαίρεση των εξωτερικών γυναικείων γεννητικών οργάνων, κυρίως της κλειτορίδας και των μικρών ή και μεγάλων χειλέων του αιδοίου, που εκτελείται συνήθ. σε μικρά ή έφηβα κορίτσια ως έθιμο εθνοτικών ομάδων και φυλών σε διάφορες αφρικανικές και ασιατικές χώρες· σε ορισμένες περιπτώσεις γίνεται σε συνδυασμό με τη ραφή των μικρών με τα μεγάλα χείλη του αιδοίου για το στένεμα του κολπικού ανοίγματος· σύμφωνα με τον ΟΗΕ συνιστά κατάφωρη παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων
Πολλές γυναίκες στην Αφρική υποβάλλονται σε κλειτοριδεκτομή σε πολύ μικρή ηλικία
Η κλειτοριδεκτομή στερεί τη σεξουαλική ηδονή από τη γυναίκα


