Lemma of the week

Χρήσεις-Φράσεις Ανάπτυξη

παρακοινωνικός [paracinonikόs], -ή, -ό (επ. (ΕI1.1) ).
{ψυχολ., κοινωνιολ.}

Που σχετίζεται με ψυχισμό ατόμου ή ατόμων που συμπαθεί/-ούν κάποιο διάσημο πρόσωπο (πραγματικό ή φανταστικό/ θεϊκό), έχοντας την παραίσθηση ότι και το διάσημο αυτό πρόσωπο συνδέεται με αυτό/-ά συναισθηματικά· τέτοια παραίσθηση αναπτύσσεται σε κάποιον θεατή/ ακροατή/ αναγνώστη ο οποίος παρακολουθεί/ ακούει/ διαβάζει συχνά (μέσω τηλεόρασης, ραδιοφώνου, διαδικτύου, θρησκευτικών κειμένων κτλ.) (για) αυτό το διάσημο πρόσωπο

(ΣΥΝ παρασόσιαλ)
Χρήσεις
παρακοινωνικά φαινόμενα | παρακοινωνικά συναισθήματα για κάποιο είδωλο |
Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης αυξάνουν τις παρακοινωνικές σχέσεις
Οι διασημότητες ανέχονται την παρακοινωνική συμπεριφορά των θαυμαστών τους

[ΕΤΥΜ^ μεταφρ. δάν. < αγγλ. parasocial (όρος που έγινε γνωστός από τους Αμερικανούς κοινωνιολόγους Donald Horton και Richard Wohl τo 1956) < para- (< αρχ. παρά) + social ‘κοινωνικός’].

For more than twenty (20) years Pataki Publications has been working with dedication for the creation of the Large Electronic Dictionary of Modern Greek Language - Pataki (LEDMGL-P).

Please visit our subscription terms page for more information.

You can request a reset of your password.