Lemma of the week

Χρήσεις-Φράσεις Ανάπτυξη

σπόρος [spóros], ο (ουσ. ΟαIV2.1).

1)

{βοτ.}

α.

Κοινή ονομασία για το σπέρμα των φυτών, το αναπαραγωγικό όργανο των ανώτερων φυτών (σπερματοφύτων) το οποίο προκύπτει μετά τη γονιμοποίηση και δίνει, φυτρώνοντας από το έδαφος, ένα νέο φυτό

(πρβ. σπορικό) (ΣΥΝ σπέρμα)
Χρήσεις
Αφαιρούμε τις φλούδες και τους σπόρους από τις ντομάτες και τις ψιλοκόβουμε
Αγόρασε σπόρους για τον λαχανόκηπό του
Τα τελευταία χρόνια κυκλοφορούν στο εμπόριο μεταλλαγμένοι σπόροι καλαμποκιού, σόγιας και άλλων φυτών

β.

(κατ’ επέκτ.)

Τμήμα (όπως καρπός, βολβός, κόνδυλος) το οποίο μπορεί να δώσει ένα νέο φυτό, όταν φυτευτεί

Χρήσεις
Πολλοί κρεμμυδοπαραγωγοί αγοράζουν και φυτεύουν κοκκάρι για σπόρο

γ.

(κατ’ επέκτ.)

Η διαδικασία φύτευσης

(ΣΥΝ σπορά, φύτεμα)

2)

(κατ’ επέκτ.) <προφ.>

α.

Το γονιμοποιό έκκριμα των αρσενικών γεννητικών οργάνων του ανθρώπου (ανδρός) και των ζώων που έχει ημίρρευστη και ελαφρά κολλώδη υφή και περιέχει τα σπερματοζωάρια και μια ποικιλία υγρών μέσα στην οποία αυτά ζουν

(ΣΥΝ σπέρμα)

β.

Ο γόνος, το παιδί κάποιου

(ΣΥΝ απόγονος)
Χρήσεις
«Γιε μου, δεν είναι φοβερό ο σπόρος του Λαέρτη/ να ελπίζει πως με γαλιφιές θα καταφέρει εμένα στους Αχαιούς με πλοίο του να με παρουσιάσει;»
(Οι τραγωδίες του Σοφοκλέους, «Φιλοκτήτης», [τόμος/βιβλίο] ΙΙ, μτφρ. Ιωάννης Ν. Γρυπάρης, Εστία)

3)

(μτφ.)

Οτιδήποτε αποτελεί την αρχή, την αφετηρία, τη γενεσιουργό αιτία μιας κατάστασης, ενός γεγονότος, μιας ενέργειας κτλ.

(ΣΥΝ σπέρμα)
Χρήσεις
ο σπόρος του καλού/ του κακού/ της αμφιβολίας |
Ο σπόρος της ελευθερίας που έσπειρε ο Ρήγας δεν άργησε να βλαστήσει

4)

<προφ.> (ως χαρακτηρισμός)

Παιδί μικρόσωμο και συνήθως δραστήριο ή ζωηρό

(ΣΥΝ σπόρι)
Χρήσεις
Κοίτα να δεις που αντιμιλάει κιόλας ο σπόρος!


–υποκορ. το σποράκι (ΟοII2.3) (συνήθ. στη σημ. 1).
[ΕΤΥΜ^ < αρχ. σπόρος].
σπόρος – σπόριο – σπέρμα – καρπός – κάρυο – σπόρι σπόρος – σπόριο – σπέρμα – καρπός – κάρυο – σπόρι Αναφορικά με την αναπαραγωγή των φυτών, για να ξεχωρίσουμε τους όρους «σπόριο», «σπέρμα» και «καρπός», θα πρέπει να γνωρίζουμε ορισμένα πράγματα για την εξέλιξη των φυτών στη στεριά. Το σπόριο (αγγλ. spore) αποτελεί την αρχαιότερη εξελικτικά μέθοδο αναπαραγωγής και εντοπίζεται σε φύκη, μύκητες, πρωτόζωα, αλλά και στις πρώτες πολυκύτταρες μορφές φυτών που εξελίχθηκαν ώστε να μπορούν να ζουν στη στεριά, π.χ. στα βρύα, στις φτέρες. Στα φυτά που εξελίχθηκαν ώστε να ζουν στη στεριά, το σπόριο παράγεται μέσω μείωσης, δηλαδή περιέχει το μισό γενετικό υλικό του αρχικού φυτού, διαχέεται στο περιβάλλον από τα σποριάγγεια και, όταν έρθει σε επαφή με βρεγμένο έδαφος, το σπόριο παράγει ένα νέο φυτό, ένα γαμετόφυτο, το οποίο θα δημιουργήσει αρσενικούς ή θηλυκούς γαμέτες. Οι αρσενικοί γαμέτες κολυμπούν στο βρεγμένο χώμα, μέχρι να βρουν το θηλυκό γαμετόφυτο, για να δημιουργηθεί το ζυγωτό. Μετά τη δημιουργία του ζυγωτού, μέσα από το θηλυκό γαμετόφυτο φυτρώνει το νέο διπλοειδές φυτό, δηλαδή φυτό με πλήρες γενετικό υλικό. Η παραπάνω διαδικασία αναπαραγωγής με σπόρια έκανε τα φυτά της στεριάς εξαρτημένα από την υψηλή συγκέντρωση νερού στο έδαφος. Στα μετέπειτα στάδια εξέλιξης των φυτών, τα γαμετόφυτα παύουν να είναι ανεξάρτητα φυτά και εξαρτώνται πλήρως από το διπλοειδές φυτό. Έτσι, δημιουργήθηκαν τα γυμνόσπερμα φυτά, όπως τα πεύκα, τα οποία διαθέτουν αρσενικές και θηλυκές δομές. Οι αρσενικές δομές παράγουν γαμέτες με τη μορφή γυρεοκόκκων (γύρης), οι οποίοι διασπείρονται με τον άνεμο, τα έντομα κτλ. Οι θηλυκές δομές είναι μεγαλύτερες (κουκουνάρια) και περιέχουν τους θηλυκούς γαμέτες, οι οποίοι, αφού γονιμοποιηθούν από τους γυρεοκόκκους, δίνουν σπέρματα. Το σπέρμα (αγγλ. seed) αποτελείται από προστατευτικό σκληρό περίβλημα, το οποίο περιέχει το έμβρυο του φυτού και διάφορα θρεπτικά συστατικά για την ανάπτυξη του εμβρύου. Το σπέρμα μπορεί να πέσει στο έδαφος σε μακρινή απόσταση από το μητρικό φυτό και να φυτρώσει κατευθείαν σε νέο διπλοειδές φυτό. Ο όρος «σπέρμα» είναι συνώνυμος του όρου «σπόρος». Στα γυμνόσπερμα φυτά το σπέρμα είναι γυμνό, εκτεθειμένο στο περιβάλλον. Στο επόμενο στάδιο της εξέλιξης προέκυψαν τα αγγειόσπερμα φυτά, στα οποία το σπέρμα βρίσκεται εντός του καρπού. Τα αγγειόσπερμα είναι φυτά τα οποία εκμεταλλεύονται την ύπαρξη των εντόμων και υπόλοιπων μικρών ζώων για την αναπαραγωγή τους. Στα αγγειόσπερμα, το άνθος είναι το όργανο αναπαραγωγής, το οποίο περιέχει αρσενικά ή και θηλυκά αναπαραγωγικά όργανα (στήμονες και ύπερο) και το οποίο έχει χρωματιστά πέταλα και οσμή για να έλκονται σε αυτό έντομα που βοηθούν στην επικονίαση. Ο καρπός (αγγλ. fruit) προκύπτει από τον μετασχηματισμό της γονιμοποιημένης ωοθήκης του άνθους και περικλείει ένα ή περισσότερα σπέρματα σε στρώματα προστατευτικά ή και συνήθ. θρεπτικά, έτσι ώστε ζώα να επιθυμούν να τον καταναλώσουν και στη συνέχεια να διασπείρουν με τα περιττώματά τους τα σπέρματα σε μεγάλες αποστάσεις. Τα γυμνόσπερμα και τα αγγειόσπερμα φυτά είναι και τα δύο «σπερματόφυτα», καθώς παράγουν σπέρματα και όχι σπόρια. Το κάρυο (π.χ. το φουντούκι και το βελανίδι) είναι είδος καρπού με περικάρπιο ξυλώδες, με ένα μεγάλο σπέρμα στο εσωτερικό του. Ο όρος «σπόρι» είναι κοινή ονομασία για το «σπέρμα» και κυρίως για (σχετικά) σκληρό και μικρών διαστάσεων σπέρμα αγγειόσπερμου φυτού (δηλαδή για σπέρμα που είναι τμήμα καρπού).