Lemma of the week

Χρήσεις-Φράσεις Ανάπτυξη

οικοκτονία [icoctonía], η (ουσ. ΟθI2.1).

Εγκληματική πράξη που χαρακτηρίζεται από απερισκεψία ή και παράνομα κίνητρα και της οποίας ο δράστης γνωρίζει πως αυτή του η πράξη δύναται να προκαλέσει σοβαρή και εκτεταμένη βραχυπρόθεσμη ή μακροπρόθεσμη ζημιά στο περιβάλλον (στην επιφάνεια της Γης, στη βιόσφαιρα, στη λιθόσφαιρα, στην υδρόσφαιρα, στην ατμόσφαιρα, καθώς και στο διάστημα)· σήμερα (Δεκέμβριος 2025) βρίσκονται σε εξέλιξη συζητήσεις για ένταξή της στη δικαιοδοσία του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου

[ΕΤΥΜ ^ μεταφρ. δάν. < αγγλ. ecocide < eco- + -cide | eco- < αρχ. οἶκος, -cide < λατ. caedo, cecidi, caesum, caeděre ‘χτυπώ, σκοτώνω’].

For more than twenty (20) years Pataki Publications has been working with dedication for the creation of the Large Electronic Dictionary of Modern Greek Language - Pataki (LEDMGL-P).

Please visit our subscription terms page for more information.

You can request a reset of your password.