Χρήσεις-Φράσεις Ανάπτυξη
σερπαντίνα 
[serpa(n)dína], η (ουσ. ΟθI2.4).
1)
Χάρτινη κορδέλα, στενή και πολύχρωμη, η οποία είναι τυλιγμένη σε κύλινδρο και ξετυλίγεται καθώς την πετούν τις Απόκριες
Οι μασκαράδες επιδόθηκαν σε έναν αποκριάτικο πόλεμο με κομφετί και σερπαντίνες
<αργκ.> Με πάει σερπαντίνα
με πιάνει διάρροια
Σερπαντίνα θα μας πάει με αυτά που θα φάμε
2)
{μηχανολ.}α.
Διάταξη από σπειροειδείς σωλήνες, η οποία διαρρέεται από υγρό και λειτουργεί ως εναλλάκτης θερμότητας σε εγκαταστάσεις ή σε μηχανισμούς θέρμανσης (όπως μπόιλερ, ενεργειακά τζάκια κτλ.) ή ψύξης (όπως κλιματιστικά)
σερπαντίνα τζακιού για καλοριφέρ |
Τρύπησε η σερπαντίνα του μπόιλερ και δε θερμαίνεται το νερό
Ο λέβητας διαθέτει σερπαντίνα ψύξης, η οποία ενεργοποιείται από µια βαλβίδα θερµικής
εκτόνωσης
β.
σερπαντίνα/ σπιράλ τιμονιούΣπειροειδής μηχανισμός στο τιμόνι, ο οποίος επιτρέπει να περιστρέφεται αυτό χωρίς να περιστρέφονται ταυτόχρονα και οι καλωδιώσεις που συνδέουν τον αερόσακο και τα χειριστήρια του τιμονιού με τον εγκέφαλο του αυτοκινήτου
Μου χάλασε η σερπαντίνα του τιμονιού, πάνω στην οποία ακουμπούν τα φισάκια των αερόσακων
και της κόρνας
[ΕΤΥΜ^ < γαλλ. serpentin < λατ. serpentinus ‘φιδίσιος’ < serpens, -entis ‘φίδι’ < μτχ. ενστ. του ρ. serpo, serpsi, -ĕre ‘σέρνομαι με την κοιλιά, έρπω’ < ινδοευρ. ρίζα *ser- από όπου και το αρχ. ρ. ἕρπω (> ἑρπετόν)].


