Οι Εκδόσεις Πατάκη για περισσότερα από είκοσι έξι (26) χρόνια εργάζονται με αφοσίωση για τη δημιουργία του Μεγάλου Ηλεκτρονικού Λεξικού της Νεοελληνικής Γλώσσας – Πατάκη (ΜΗΛΝΕΓ-Π).
Χρήσεις-Φράσεις Ανάπτυξη
τραντ γουάιφ 
[tra(n)d ɣuáif], η (ουσ. ΟθIΧ).
(από το 2020) Παντρεμένη γυναίκα που είναι μέλος διαδικτυακής υποκουλτούρας η οποία προωθεί το πρότυπο της γυναίκας της δυτικής πατριαρχικής κοινωνίας του 1950 (ή προηγούμενων δεκαετιών)· δεν εργάζεται, ασχολείται με όλες τις οικιακές εργασίες και το μεγάλωμα των παιδιών, ορισμένες φορές φορώντας ρούχα παλαιότερων εποχών και υιοθετώντας συμπεριφορές που δείχνουν υποταγή στον άντρα
[ΕΤΥΜ^ ακουστ. δάν. < αγγλ. tradwife < traditional wife ‘παραδοσιακή σύζυγος’].


