Λήμμα της εβδομάδας

Χρήσεις-Φράσεις Ανάπτυξη

χίπστερ [çípster], ο, θηλ. χίπστερ [çípster] (ουσ. ΖIV2).
<αργκ., συνήθ. μειωτ.>

Άτομο που υιοθετεί ένα ιδιαίτερο είδος ένδυσης, μουσικών ακουσμάτων και γενικότερα καταναλωτικών επιλογών και υποκουλτούρας, ώστε να ξεχωρίζει από τις κυρίαρχες τάσεις της μόδας, της υποκουλτούρας και της κατανάλωσης, χωρίς να αναζητεί κάποιο βαθύτερο νόημα σε ό,τι υιοθετεί· χαρακτηρίζεται συχνά από εκκεντρική ή και επιμελώς ατημέλητη εμφάνιση

(ΣΥΝ χιπστεράς, χιπστέρι)
[ΕΤΥΜ^ < αγγλ. hipster (αρχικά όρος της δεκαετίας του 1940, ο οποίος χρησιμοποιήθηκε για να περιγράψει οπαδό της αφροαμερικανικής μουσικής, κυρίως της τζαζ) < hip ‘ενημερωμένος (σχετικά με την αφροαμερικανική κουλτούρα)’ (όρος από την κοινωνιόλεκτο των Αφροαμερικανών) + -ster].

Οι Εκδόσεις Πατάκη για περισσότερα από είκοσι έξι (26) χρόνια εργάζονται με αφοσίωση για τη δημιουργία του Μεγάλου Ηλεκτρονικού Λεξικού της Νεοελληνικής Γλώσσας – Πατάκη (ΜΗΛΝΕΓ-Π).

Πλοηγηθείτε στη σελίδα μας με τους όρους συνδρομής μας, για περισσότερες πληροφορίες.

Μπορείτε να ζητήσετε την επαναφορά του κωδικού σας.