For more than twenty (20) years Pataki Publications has been working with dedication for the creation of the Large Electronic Dictionary of Modern Greek Language - Pataki (LEDMGL-P).
Χρήσεις-Φράσεις Ανάπτυξη
τραντ γουάιφ 
[tra(n)d ɣuáif], η (ουσ. ΟθIΧ).
(από το 2020) Παντρεμένη γυναίκα που είναι μέλος διαδικτυακής υποκουλτούρας η οποία προωθεί το πρότυπο της γυναίκας της δυτικής πατριαρχικής κοινωνίας του 1950 (ή προηγούμενων δεκαετιών)· δεν εργάζεται, ασχολείται με όλες τις οικιακές εργασίες και το μεγάλωμα των παιδιών, ορισμένες φορές φορώντας ρούχα παλαιότερων εποχών και υιοθετώντας συμπεριφορές που δείχνουν υποταγή στον άντρα
[ΕΤΥΜ^ ακουστ. δάν. < αγγλ. tradwife < traditional wife ‘παραδοσιακή σύζυγος’].


